Ωκυτοκίνη

Ορμόνη που εκκρίνεται από τον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης και προκαλεί τις συσπάσεις της μήτρας κατά τον οργασμό ή κατά τον τοκετό και την ροή του γάλακτος από το μαστό κατά τη διάρκεια του θηλασμού.