Ωχρινοποιητική ορμόνη (LH)

Μια ορμόνη της υπόφυσης η οποία ενεργοποιεί τις ωοθήκες. Στον άνδρα η LH είναι απαραίτητη για τη σπερματογένεση (τη λειτουργία των κυττάρων Sertoli) και την παραγωγή της τεστοστερόνης (τη λειτουργία των κυττάρων Leydig). Στη γυναίκα η LH είναι απαραίτητη για την παραγωγή των οιστρογόνων. Όταν τα οιστρογόνα φτάσουν στην αιχμή τους, η υπόφυση απελευθερώνει ένα μεγάλο κύμα LH και αυτή με τη σειρά της προκαλεί την ωορρηξία. Τα επίπεδα της LH αυξάνονται στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.