Ανθρώπινη Χοριακή Γοναδοτροπίνη (hCG)

Μια ορμόνη που παράγεται από τον πλακούντα. Φυσιολογικά, τα επίπεδα της hCG διπλασιάζονται κάθε δεύτερη με τρίτη μέρα στην αρχή της εγκυμοσύνης. Η αργή αύξηση των επιπέδων της hCG μπορεί να είναι ενδεικτική αποβολής ή εξωμητρίου κύησης. Αγνή hCG χορηγείται υπό ενέσιμη μορφή, για να προκαλέσει την ωορρηξία ή την ωρίμανση του ωαρίου κατά τη … Continued

Read More

Ανθρώπινη Εμμηνοπαυσιακή Γοναδοτροπίνη (hMG)

Ο συνδυασμός των ορμονών FSH και LH, οι οποίες αποβάλλονται από τα ούρα των εμμηνοπαυσιακών γυναικών. Χρησιμοποιείται για την πρόκληση της ωοθυλακιορρηξίας σε πολλές θεραπείες γονιμότητας. Εμπορικές ονομασίες της hMG είναι: Humegon, Repronex και Pergonal.

Read More

Ανεπάρκεια του ωχρού σωματίου

Μια κατάσταση στην οποία το ενδομήτριο δεν αναπτύσσεται αρκετά λόγω ανεπαρκούς παραγωγής της προγεστερόνης ή ανικανότητας του ενδομητρίου να ανταποκριθεί στην προγεστερόνη. Η ανεπάρκεια του ωχρού σωματίου μπορεί να αποτρέψει την εμφύτευση του εμβρύου ή να προκαλέσει αποβολή.

Read More

Ανδρογόνα

Ανδρικές ορμόνες που παράγονται από τον αδένα της αδρεναλίνης. Μεγαλύτερα του φυσιολογικού επίπεδα ανδρογόνων σε μια γυναίκα μπορεί να οδηγήσουν στο σχηματισμό δευτερευόντων φυλετικών ανδρικών χαρακτηριστικών και στην καταστολή της παραγωγής της LH και της FSH από την υπόφυση. Αυξημένα επίπεδα ανδρογόνων μπορεί να υπάρχουν στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ή σε γυναίκες που … Continued

Read More

Ανασυνδυασμένη FSH (r-FSH)

Ενέσιμη γοναδοτροπίνη που χρησιμοποιείται στην πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας και στην εξωσωματική γονιμοποίηση. Συντελεί στη στρατολόγηση και στην ανάπτυξη πολλών ωοθυλακίων και ωαρίων.

Read More

Ανάστροφη ροή περιόδου

Η προς τα πίσω ροή του αίματος της περιόδου μέσω των σαλπίγγων μέσα στην πύελο, που μπορεί σπάνια να συμβεί στη διάρκεια της εμμήνου ροής της γυναίκας. Φαίνεται να είναι η αιτία της ενδομητρίωσης.

Read More

Αναστόμωση

Χειρουργική σύνδεση σωληνοειδών κατασκευών του σώματος (όπως έντερο, αγγεία) για αποκατάσταση ή διατήρηση της λειτουργίας τους.

Read More

Αναισθητικό

Φάρμακο που χρησιμοποιείται στη διάρκεια ενός χειρουργείου ή άλλων διαδικασιών για την αποτροπή του πόνου. Ένα γενικό αναισθητικό αναισθητοποιεί τον ασθενή. Ένα τοπικό αναισθητικό μουδιάζει την περιοχή του σώματος που θα χειρουργηθεί. Τα τοπικά αναισθητικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με ναρκωτικά, ώστε να χαλαρώσουν και να νυστάξουν τον ασθενή χωρίς να τον αναισθητοποιήσουν.

Read More