Ψευδοεμμηνόπαυση

Κατάσταση εμμηνόπαυσης που προκαλείται με φάρμακα. Χρησιμοποιείται για τον περιορισμό ή/και τη θεραπεία της ενδομητρίωσης, καθώς επιφέρει τεχνητή εμμηνόπαυση και σταματάει τον έμμηνο κύκλο της γυναίκας.

Read More

Ωαγωγοί

Είναι οι σάλπιγγες. Είναι μια λεπτή, επιμήκης κατασκευή που ξεκινάει από τη μήτρα και καταλήγει στην ωοθήκη. Η γονιμοποίηση του ωαρίου από το σπερματοζωάριο γίνεται στους ωαγωγούς.

Read More

Ωάριο

Είναι ο ώριμος γυναικείος γαμέτης που προέρχεται από την ωοθήκη. Περιέχει τα μισά χρωμοσώματα που απαιτούνται για το σχηματισμό ενός εμβρύου.

Read More

Ωκυτοκίνη

Ορμόνη που εκκρίνεται από τον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης και προκαλεί τις συσπάσεις της μήτρας κατά τον οργασμό ή κατά τον τοκετό και την ροή του γάλακτος από το μαστό κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Read More

Ωοθήκη

Ο αδένας που παράγει τα αναπαραγωγικά κύτταρα στις γυναίκες και τις θηλυκές ορμόνες και είναι κάτι αντίστοιχο με τους όρχεις των ανδρών που παράγουν σπερματοζωάρια και τεστοστερόνη. Η ωοθήκη παράγει τα ωάρια και τα οιστρογόνα.

Read More

Ωοθηκική Εκφύλιση

Η αδυναμία της ωοθήκης να ανταποκριθεί στη διέγερση της FSH, λόγω της καταστροφής ή την κακή κατασκευή της ωοθήκης. Διαγιγνώσκεται από την αύξηση των επιπέδων της FSH στο αίμα.

Read More

Ωοθυλάκιο

Είναι κυστίδιο στις ωοθήκες, γεμάτο με υγρό, το οποίο περιέχει το ωάριο που απελευθερώνεται στην ωορρηξία. Κάθε μήνα ένα ωάριο αναπτύσσεται μέσα σε μία από τις δύο ωοθήκες (συνήθως) σε μια θήκη που ονομάζεται ωοθυλάκιο. Αυτό το ωοθυλάκιο στη φάση της ωορρηξίας φτάνει περίπου τα 20 χιλ..

Read More

Ωοληψία

Μία διαδικασία κατά την οποία αναρροφώνται τα ωοθυλάκια και ως εκ τούτου, τα ωάρια, με σκοπό την εξωσωματική γονιμοποίηση. Η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει είτε με λαπαροσκόπηση, είτε με τη χρήση μιας μακριάς βελόνας και του υπερήχου, διαμέσου του κόλπου.

Read More