Γαμέτης
Ένα αναπαραγωγικό κύτταρο (το σπερματοζωάριο από τον άνδρα και το ωάριο από τη γυναίκα).
Χειρουργείο, όπου η τομή βρίσκεται μέσα στον κόλπο και μπορεί να γίνει για περιπτώσεις δυσλειτουργίας της ουροδόχου κύστης, όπως η ακράτεια ούρων.
Μια διαδικασία κατά την οποία γίνεται τεχνητή διαστολή του τραχήλου της μήτρας και καθάρισμα (ξύσιμο) του ενδομητρίου, της εσωτερικής, δηλαδή, κοιλότητας της μήτρας.
Οι διαταραχές αυτές (όπως η κυστίτιδα) προκαλούν δυσουρία (πόνο κατά την ούρηση), συχνοουρία ή/και ακράτεια ούρων. Τα συμπτώματα αυτά συγχέονται με τα συμπτώματα ενδομητρίωσης στην ουροδόχο κύστη.
Ο συνδυασμός του γενετικού υλικού του σπερματοζωαρίου και του ωαρίου που οδηγεί στη δημιουργία ενός εμβρύου. Υπό φυσιολογικές συνθήκες αυτό συμβαίνει στην σάλπιγγα (στον ωαγωγό), αλλά μπορεί να γίνει και σε ένα δίσκο καλλιέργειας (με διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης).
Ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της ενδομητρίωσης. Καταστέλλει την παραγωγή της LH και της FSH και προκαλεί μια κατάσταση αμηνόρροιας κατά τη διάρκεια της οποίας τα ενδομητριώματα αποβάλλονται. Πολλές γυναίκες αναφέρουν λιπαρό δέρμα, ακμή, αύξηση βάρους, υπερτρίχωση, μπάσα φωνή και κράμπες των μυών.
Ένας αριθμός που προέρχεται από τις μετρήσεις του ύψους και του βάρους και ο οποίος δείχνει αν το βάρος ενός ατόμου εντάσσεται ή όχι στις φυσιολογικές τιμές.
Καλοήθης κύστη της ωοθήκης, που αποτελείται από λίπος κυρίως. Μπορεί επίσης, να περιέχει τμήμα οστών, δόντια, τμήμα θυρεοειδή και τρίχες. Η ωοθήκη που περιέχει μια δερμοειδή κύστη έχει αυξημένες πιθανότητες για συστροφή. Αφαιρείται με λαπαροσκόπηση ή λαπαροτομία. Μια μαγνητική τομογραφία έχει θέση για να τεθεί η προεγχειρητική διάγνωση.
Η αδυναμία ενός ζευγαριού, αν και έχει επιτύχει μια κύηση στο παρελθόν, να επιτύχει και μια δεύτερη. Αυτός ο ιατρικός όρος αφορά και τα ζευγάρια τα οποία δεν κατάφεραν να φέρουν εις πέρας μια εγκυμοσύνη. Αυτός ο ιδιωματισμός όμως, αναφέρεται κυρίως στα ζευγάρια που έχουν ήδη ένα παιδί και δεν μπορούν να αποκτήσουν δεύτερο.